«Μνημόνιο» και «ανάπτυξη» είναι δύο λέξεις που δεν ταιριάζουν και η χώρα μας θα μπορούσε να διαλέξει στρατόπεδο μεταξύ ΔΝΤ και Βρυξελλών; Εδώ που έχουμε φτάσει, έχει σημασία να αρχίσουμε να αναζητούσε λύσεις αντί να ξεφωνίζει ο ένας τον άλλο και να είμαστε ιδιαίτερα δύσπιστοι σε δήθεν αναλύσεις που αποκλειστικά δείχνουν την πόρτα της εξόδου σε κάποιον από τους δανειστές μας.
Και στην Ελλάδα, μέχρι σήμερα, όποιος έχει πάρει θέση, επιθυμεί τον διωγμό από την χώρα του «κακού» ΔΝΤ που όλο θέλει να παίρνουμε σκληρά μέτρα, σαν να είναι το Ταμείο ο κακό της τρόικας.
Για τον λόγο αυτό, έχει ενδιαφέρον να δούμε τις θέσεις που εκφράζει ένας και τηλεοπτικά γνωστός χρηματιστηριακός τεχνικός αναλυτής, ο Πάνος Παναγιώτου, σε συνέντευξη του στο naftemporiki.gr.
Σε ότι αφορά στο αν θα μπορούσαν να συμπορευτούν «μνημόνιο» και «ανάπτυξη», ο κ. Παναγιώτου σημειώνει:
«Το πρώτο πρόγραμμα στήριξης σχεδιάστηκε πάνω στην πρόβλεψη διετούς ύφεσης (-4% το 2010, -2,6% το 2011, 1,1% το 2012, 2,1% το 2013 και 2,1% το 2014) και επιστροφής στην ανάπτυξη και στις αγορές από το 2012, καθώς και στην εκτίμηση πως το χρέος μπορούσε να εξυπηρετηθεί χωρίς αναδιάρθρωση. Η αστοχία των προβλέψεων ήταν τέτοιας έκτασης που έκανε το ΔΝΤ να παραδεχτεί ότι ο πραγματικός στόχος του προγράμματος δεν ήταν η στήριξη της Ελλάδας αλλά η προστασία του ευρώ, προσδίδοντας στη χώρα έναν ρόλο που μοιάζει με αυτόν της μυθικής Ιφιγένειας η οποία κλήθηκε να θυσιαστεί προκειμένου να εξευμενιστεί η θεά Αρτέμιδα και να επιτρέψει τον απόπλου του στόλου των Αχαιών.
Τελικά η Άρτεμις λυπήθηκε την Ιφιγένεια και την έσωσε εμποδίζοντας τη θυσία της. Όμως η Ελλάδα έχει, ήδη, θυσιάσει το 25% της οικονομίας της και την ποιότητα ζωής σχεδόν, ολόκληρου, του πληθυσμού της χωρίς να προκαλέσει τη φιλευσπλαχνία των άλλων κρατών της Ευρωζώνης πόσο μάλλον αυτήν της Γερμανίας. Και καθώς, όπως αποδείχτηκε, η στρατηγική Παπανδρέου - Σαμαρά, της επαιτείας οίκτου, δε λειτουργεί, η μόνη άλλη λύση είναι η χώρα να διεκδικήσει, για πρώτη φορά, μία συμφωνία που τουλάχιστον θα υπακούει στη λογική. Περιέργως, το τελευταίο διάστημα οι πιο λογικές προτάσεις μοιάζει να ακούγονται από την πλευρά του ΔΝΤ, το οποίο, μεταξύ άλλων, τέθηκε υπέρ της ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους».
Μία επιλογή η οποία έχει προκαλέσει ένταση στις σχέσεις Βρυξελλών (Βερολίνου) και Ουάσιγκτον. Και ερωτώμενος σχετικά ο έλληνας χρηματιστηριακός τεχνικός αναλυτής, αναφέρει τα παρακάτω:
«Πράγματι. Παραδόξως, το ίδιο ακριβώς διάστημα η ελληνική κυβέρνηση φαίνεται να απομακρύνεται από το ΔΝΤ και η ΕΕ να προσπαθεί να το εξοστρακίσει, ακριβώς γιατί η πρώτη δε μπορεί -και η δεύτερη δεν επιθυμεί ούτε τώρα- να δώσει μία ρεαλιστική λύση στο ελληνικό πρόβλημα, παρά προτιμούν και οι δύο να αρκούνται στα ελάχιστα απαιτούμενα προκειμένου η χώρα να αποφεύγει την πτώχευση.
Ο σωστός δρόμος είναι μάλλον ο αντίθετος. Η Ελλάδα πρέπει να αποκτήσει μία φωνή λογικής και να επιδιώξει τότε την ένωση όλων των υπολοίπων λογικών φωνών με τη δική της και ιδιαίτερα αυτών που πηγάζουν από ένα από τα τρία μέλη της Τρόικας, το ΔΝΤ.
Στο δε κρίσιμο ερώτημα «Ελλάς - ΔΝΤ συμμαχία», τονίζει πως στη δεδομένη ιστορική στιγμή, «έχει συμβεί όντως το κάποτε αδιανόητο, ο πρώην «εχθρός» της χώρας να έχει μετατραπεί σε εν δυνάμει «σύμμαχό» της, και πρέπει να γίνει χρήση αυτής της πραγματικότητας με τη μέγιστη δυνατή πολιτική ευφυΐα και διπλωματία ώστε να πιεστεί η Γερμανία να αποδεχτεί πως η Ελλάδα δεν πρόκειται να αντέξει για πολύ ακόμη αν δε διώξει οριστικά και αμετάκλητα από πάνω της το βάρος ενός μη βιώσιμου χρέους και τις συνέπειες που αυτό επιφέρει στην ανάπτυξη και γενικότερα στην οικονομία και την κοινωνία».
Και προσθέτει πως «τα περισσότερα από τα οικονομικά επιχειρήματα που αναζητά η Ελλάδα βρίσκονται, ήδη εδώ και δύο χρόνια, σε μελέτες του ΔΝΤ που απορρίπτουν την ακραία λιτότητα ως αποτυχημένη και επικίνδυνη πρακτική δημοσιονομικής προσαρμογής. Όμως πέρα από τις μελέτες η ίδια η Ελλάδα αποτελεί το τραγικότερο παράδειγμα της εφαρμογής μεσαιωνικών οικονομικών σχεδιασμών για τον εκμοντερνισμό μιας οικονομίας», για να καταλήξει ως εξής:
«Προκειμένου η Ελλάδα να επιβιώσει εντός Ευρωζώνης, πρέπει είτε να μάθει να ζει με τη φτώχεια και ως εκ τούτου με την επαιτεία είτε να αλλάξει δρόμο μαζί με την Ευρωζώνη, ακολουθώντας το μονοπάτι της λογικής. Δυστυχώς ή ευτυχώς δεν πρόκειται για αμιγώς ατομική αλλά για συλλογική προσπάθεια».