Στα καλά τα χρόνια, τα χρόνια των παχιών αγελάδων, ψάχναμε τους καλούς οίκους ευγηρίας για να «παρκάρουμε» τους παππούδες. Όχι πως δεν τους αγαπούσαμε, αλλά, λεφτά υπήρχαν, οπότε καλύτερα από μακριά και αγαπημένοι… Έλα όμως που ήρθε η κρίση, ξέπεσαν τα μισθά, μειώθηκαν τα έσοδα και το μόνο που έμεινε σχεδόν αναλλοίωτο είναι οι συντάξεις που παίρνουν τα παππούδια…
Έτσι, θυμηθήκαμε και τα αναλλοίωτα συναισθήματα προς τους παππούδες μας, τους πήραμε πίσω από τα γηροκομεία και τελικά τους πήραμε, ήταν άλλωστε και ο στόχος μας, τις συντάξεις. Αυτές οι συντάξεις των γονιών μας και των παππούδων μας, μαζί με τις αγροτικές επιδοτήσεις, είναι οι μόνες σταθερές του σημερινού συστήματος της Ελλάδας, είναι οι σταθερές που τροφοδοτούν την ζωή της ελληνικής περιφέρειας και κάπως λιγότερο της επαρχίας των Αθηνών, κάπως λιγότερο καθότι εκεί δεν έχει και επιδοτήσεις.
Και για του λόγου το αληθές, όπως προκύπτει από έρευνα της εταιρείας MARC που έγινε σε 1.201 νοικοκυριά για λογαριασμό της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών Βιοτεχνών και Εμπόρων Ελλάδας (ΓΣΕΒΕΕ) η οικονομική ασφυξία έχει οδηγήσει 1 στα 2 νοικοκυριά να επιβιώνουν χάρη στις συντάξεις των οικείων τους.
Συγκεκριμένα, μία στις δύο οικογένειες επιβιώνει χάρη στις συντάξεις των οικείων της προσώπων και το 40,2% των νοικοκυριών, δηλαδή 1,4 εκατομμύρια νοικοκυριά έχουν στην οικογένεια ένα τουλάχιστο άτομο σε ανεργία, αλλά από αυτό το ποσοστό, μόνο το 9,8% λαμβάνει επίδομα ανεργίας (λιγότεροι από 200.000).
Τι σημαίνει αυτό… ότι αν εξαιρέσουμε τις αγροτικές επιδοτήσεις που αφορούν σε παραγωγή, πάλι το κρατικό χρήμα είναι που κινεί την οικονομία και τρέφει τον πληθυσμό. Στην πραγματικότητα και αυτό το κρατικό χρήμα, οι συντάξεις, με το ένα χέρι το δίνει το κράτος και με το άλλο το παίρνει πίσω. Και αυτό γιατί, η υπερφορολόγηση και οι υπέρογκες ασφαλιστικές εισφορές οδηγούν ήδη εκατοντάδες χιλιάδες νοικοκυριά στην οικονομική ασφυξία και ενδεχομένως να οδηγηθούν και στη χρεοκοπία. Είτε αυτά είναι νοικοκυριά υπαλλήλων του ιδιωτικού τομέα σε αστικά κέντρα, είτε νοικοκυριά δημοσίων υπαλλήλων αφού και αυτά δυσκολεύονται καθώς όλα σχεδόν έχουν να ξεχρεώσουν ένα τουλάχιστον δάνειο, στεγαστικό.
Ωστόσο, σε λίγο καιρό, πιθανόν ούτε οι συντάξεις να σώζουν την κατάσταση, καθώς οι φόροι όλο και πληθαίνουν, δυστυχώς αυξάνονται και οι έμμεσοι φόροι ενώ παραμένουν και οι φόροι υπέρ τρίτων, ενώ την ίδια ώρα, οι τιμές στα ράφια των σουπερμάρκετ, παραμένουν στα επίπεδα προ της κρίσης. Και έχεις και τον υπουργό της Ανάπτυξης (;) να ασχολείται σχεδόν αποκλειστικά με το γάλα, λες και δεν υπάρχουν άλλα προϊόντα των πολυεθνικών που δεκαετίες τώρα πλούτισαν από τους έλληνες καταναλωτές.
Σε όλα αυτά να προσθέσουμε και την πρόσφατη δυσμενή εξέλιξη, το ρελάνς που έκαναν οι δανειστές μας, ζητώντας αντί για 11 δις ευρώ, μέτρα 17 δις για την επόμενη περίοδο. Προφανώς, δεν θα τα τυπώσουμε, ούτε θα τα βγάλουμε από τις τράπεζες. Δηλαδή, όσοι έχουν ακόμη καταθέσεις, θα τις αποσύρουν για να πληρώνουν τις νέες υποχρεώσεις που θα επιβληθούν. Οι υπόλοιποι, θα βάλουν πιο βαθιά το χέρι στις συντάξεις των παππούδων. Μέχρι πότε όμως θα συνεχίζεται αυτό το γαϊτανάκι; Μέχρι να τελειώσουν τα λεφτά όλων μας και να γεμίσει η χώρα από νεόπτωχους.
Μια αρκετά λογική εκτίμηση είναι πως αυτό θα συμβεί περί το 2018 και θα ακολουθήσει μια περίοδος σταθεροποίησης, για να ξεκινήσει αργά η ανάπτυξη και κυρίως να δούμε έστω και ανεμικές, αυξήσεις στα εισοδήματα των εργαζόμενων.
Εκτός και αν, βρεθούν, ξαφνικά, 50 με 60 δις ευρώ το οποία θα επενδυθούν σε ένα βάθος πενταετίας και θα δούμε την ανεργία να πέφτει κοντά στο 10%. Εκτός και αν η όποια κυβέρνηση αποφασίσει και μειώσει στο μισό τους μισθούς που δίνονται σήμερα στο δημόσιο τομέα. Για να γίνουν και απολύσεις, μάλλον δεν πρέπει να το συζητάμε, βλέποντας την μέχρι τώρα αδυναμία (;) ίσως και ανικανότητα των κυβερνήσεων να απομακρύνουν έστω τους λεγόμενους επίορκους υπαλλήλους.
Κοντολογίς, πάντα στα ίδια καταλήγουμε, να ανάβουμε λαμπάδα στην Μεγαλόχαρη και να την επικαλούμαστε ώστε να κάνει το θαύμα της.