Χωρίς νέο «κούρεμα» του χρέους και ειδικά των δανείων του Μηχανισμού Στήριξης το πρόγραμμα δεν βγαίνει, όσο και αν επιμείνουν η τρόικα και η κυβέρνηση. Το βασικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας είναι το υψηλό δημόσιο χρέος, που ανέρχεται στο 175% του ΑΕΠ και δεν πρόκειται να καταστεί βιώσιμο με το σχέδιο που διέρρευσε για επιμήκυνση των δανείων και μείωση των επιτοκίων κατά μισή εκατοστιαία μονάδα. Τελεία και παύλα.
Αν μάλιστα η χώρα δεν παρουσιάσει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ δεν θα μειωθεί και θα αποτελεί αποτρεπτική δυναμική για τον όποιο επενδυτή θα επιθυμούσε να φέρει τα λεφτά του στην Ελλάδα και να παράγει, ενώ από την στιγμή που τέλειωσε το κρατικό χρήμα και τα θαλασσοδάνεια, οι εγχώριοι επιχειρηματίες ούτε καν το σκέφτονται για νέες επενδύσεις.
Και χρειαζόμαστε επενδύσεις για να παραχθεί πλούτος, να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας, να πληρωθούν οι εργαζόμενοι, να πάρει και το κράτος τους φόρους του. Ωστόσο, για να γίνουν όλα αυτά, απαιτούνται τουλάχιστον 50 με 60 δις ευρώ που θα δοθούν όχι στα χέρια των πολιτικών αλλά «στον λαό», δηλαδή σε δοκιμασμένους επιχειρηματίες που έστησαν βιώσιμες παραγωγικές μονάδες και δεν αγόρασαν πύργους, κότερα και πανάκριβα αυτοκίνητα.
Αυτή η χρηματοδότηση, είναι ουσιαστικά το «νέο σχέδιο Μάρσαλ» για το οποίο συχνά γίνεται λόγος και που χωρίς αυτό αποκλείεται να στηθεί στην Ελλάδα μια παραγωγική βιομηχανία έστω και σε μέγεθος, αναλογικά, μικρότερο από τα άλλα μέλη της ΕΕ.
Και επειδή στην Ελλάδα βασίσαμε το επιχειρηματικό μοντέλο στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι περισσότερες των οποίων ήταν μονοπρόσωπες και οικογενειακές, θα πρέπει να στηριχθούν από τις τράπεζες τις ελληνικές και οι ΜΜΕ που άντεξαν στην κρίση και έχουν την δυνατότητα να λειτουργούν χωρίς να συσσωρεύουν χρέη στα Ταμεία και οφειλές στους εργαζόμενους.
Αυτό πάνω κάτω είναι το χρηματοδοτικό μοντέλο που μπορεί να στηρίξει την αναπτυξιακή διαδικασία στην Ελλάδα. Αποκλείεται να πέσουν λεφτά από τον ουρανό, ή να φυτρώσουν στα κλαδιά των δένδρων. Ωστόσο, προϋπόθεση απαραίτητη είναι να καταστεί το ελληνικό χρέος βιώσιμο και στο πλαίσιο αυτό ενδιαφέρον παρουσιάζει το σχετικό σημείωμα του συνάδελφου Πάνου Κακούρη στη Ναυτεμπορική. Όπως σημειώνει, χωρίς «κούρεμα», το χρέος «θα παραμείνει μη βιώσιμο, εις το διηνεκές ή μέχρι το… επόμενο σχέδιο που θα εκπονηθεί, όταν με βεβαιότητα σύντομα διαπιστωθεί το αδιέξοδο. Και εξηγεί:
«Οι διαπιστώσεις αυτές δεν προέρχονται από Ελληνες «αντιμνημονιακούς», αλλά από τη γερμανική τράπεζα της Deutsche Bank και αναλυτές του πρακτορείου Bloomberg και είναι απογοητευτικές για όλους μας.
Η γερμανική τράπεζα στην ανάλυσή της αμφισβητεί ότι είναι δυνατό να καλυφθούν οι όροι βιωσιμότητας που έχουν τεθεί, δηλαδή να υποχωρήσει το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ στο 124% το 2020 και να φτάσει σε επίπεδο «ουσιαστικά χαμηλότερο από το 110% το έτος 2022», όπως προβλέπει η απόφαση του Eurogroup του Νοεμβρίου.
Σημειώνει ακόμα πως οι προβλέψεις της για την αποτυχία των μέτρων έχουν λάβει υπόψη σενάριο για αύξηση του ΑΕΠ 4,3% έως 4,8% ετησίως μέχρι το 2018 και άνω του 4,8% από το 2019 και έπειτα. Δηλαδή, το γερμανικό σχέδιο αμφισβητείται από μία γερμανική τράπεζα, που δεν έχει κανένα λόγο να το πράξει.
Στο ίδιο μήκος κύματος με τη γερμανική τράπεζα είναι και οι αναλυτές του Bloomberg, οι οποίοι προεξοφλούν την αποτυχία μιας νέας συμφωνίας της Ελλάδας με τους πιστωτές της για το χρέος, εάν αυτή δεν περιλαμβάνει διαγραφή μέρους του χρέους. Σε όλες αυτές τις διαπιστώσεις αναζητούμε τη θέση της ελληνικής πλευράς.
Επισήμως, κυβερνητικά στελέχη θέτουν ζήτημα εφαρμογής των αποφάσεων του Νοεμβρίου 2012, κάνοντας λόγο για επιμήκυνση των δανείων και μείωση των επιτοκίων, δηλαδή ημίμετρα, που δεν λύνουν το πρόβλημα βιωσιμότητας του χρέους. Θα μπορούσε να βγει ανοιχτά και να ζητεί «κούρεμα» των δανείων των χωρών της Ευρωζώνης;
Όχι βέβαια. Μπορεί όμως να αφήσει κατά μέρος τα πλεονάσματα διάφορων ειδών και μεγεθών και να δράσει παρασκηνιακά, αξιοποιώντας τις εκθέσεις των ξένων ανεξάρτητων οίκων, πιέζοντας για κάτι καλύτερο από το ανεπαρκές σενάριο που προωθούν οι δανειστές».