
Αν τελικά οι εκτιμήσεις επιβεβαιωθούν και οι τομείς τροφίμων – ποτών και γενικότερα οι συμμετοχές που αφορούν στον πρωτογενή τομέα, κλέψουν τις εντυπώσεις αλλά και ουσιαστικά σηκώσουν το βάρος της 22ης έκθεσης «Ανατολική Μακεδονία Θράκη», θα πρέπει τοπικά να λάβουμε αποφάσεις για το μέλλον της έκθεσης.
Και πρέπει να δούμε αρχικά ποια είναι τα δεδομένα. Οι γενικές εμπορικές εκθέσεις φθίνουν συνεχώς και ενδεχομένως να εκλείψουν κάποια στιγμή. Ο πρωτογενής τομές σε συνδυασμό με την μεταποίηση, είναι το έδαφος στο οποίο πρέπει να πατήσουμε για την ανάπτυξη, αδιαφορώντας πλήρως για τις όποιες αποφάσεις της επαρχίας της Αθήνας. Αυτές οι αποφάσεις ήταν που μας οδήγησαν στην καταστροφή.
Οι παραγωγικές επιχειρήσεις των συγκεκριμένων κλάδων είναι αυτές που αντέχουν περισσότερο στην κρίση. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι σε πρόσφατη κλαδική έκθεση κρέατος στην Αθήνα, επιχειρήσεις από την βόρεια Ελλάδα και ειδικότερα από την περιφέρεια της ΑΜ-Θ, σήκωσαν το κύριο εκθεσιακό βάρος.
Μετά από αυτά είναι προφανής η κατεύθυνση που θα πρέπει να ακολουθήσει η έκθεση της Κομοτηνής, ενδεχομένως να αλλάξει και ονομασία, εκτός και αν αποκτήσει πραγματικά περιφερειακά χαρακτηριστικά. Θα ήταν καλύτερο ένα όνομα που θα ανταποκρινόταν στα εκθεσιακά χαρακτηριστικά του θεσμού, αφήνοντας κατά μέρος τα γεωγραφικά, τα οποία περισσότερους τοπικισμούς και άρα προβλήματα δημιουργούν, παρά αναδεικνύουν την έκθεση.
Μάλιστα φέτος, θα έχει ενδιαφέρον να δούμε πως θα κινηθεί η θεματική ενότητα της γαστρονομίας που έχει επιλεγεί για να δώσει και χρώμα και γεύση και ουσία στην διοργάνωση. Για την άλλη θεματική ενότητα της ενέργειας, θα μπορούσαμε να την έχουμε και στον εξωτερικό εκθεσιακό χώρο, όπως και όποιες άλλες συμμετοχές δεν ταιριάζουν με τα κύρια εκθέματα. Προσοχή, οι επισημάνσεις γίνονται για μελλοντικές διοργανώσεις, αν φυσικά αλλάξει ριζικά η φυσιογνωμία της έκθεσης.
Είναι προφανές ότι σε μια τελείως διαφορετικού χαρακτήρα έκθεση, θα είναι αναγκαίες και διαφορετικές πρακτικές σε ότι αφορά στην προσέλκυση εκθετών από την υπόλοιπη Ελλάδα και από άλλες χώρες της ΕΕ, καθώς και της προσέλκυσης επιχειρηματιών- εμπορικών επισκεπτών που θα σχετίζονται με τους εκθέτες.
Αν μια τέτοια έκθεση σας φέρνει στο νου την «Αγροτική» της Θεσσαλονίκης, θα πρέπει να τονιστεί ότι και από αυτή θα πρέπει να διαφοροποιηθεί η έκθεση της Κομοτηνής. Άλλη η «Αγροτική» της ΔΕΘ, άλλη η έκθεση που δίνει κατευθύνσεις στην παραγωγή, στην μεταποίηση και σε επιχειρήσεις που θα σχετίζονται με το κύριο αντικείμενο της έκθεσης. Να μη ξεχνάμε ότι στην Ορεστιάδα υπάρχει σχολή που έπρεπε να ονομαστεί Γεωπονική, αλλά θα έχανε αυτή στο κέντρο της Αθήνας, ενώ και άλλα τμήματα του Δημοκρίτειου θα μπορούσαν να συμβάλουν στην διοργάνωση και στις παράλληλες εκδηλώσεις της έκθεσης.
Και φτάνουμε στο κρίσιμο ζήτημα του διοργανωτή. Η ΔΕΘ μας έμεινε γιατί προφανώς δεν ήθελε να φύγει, άλλωστε η τότε «Θράκη» ήταν η πρώτη περιφερειακή έκθεση που δημιούργησε, αλλά και επειδή, είναι αλήθεια, τοπικά δεν δείξαμε ποτέ αποφασιστικότητα και ικανότητα να αντικαταστήσουμε την ΔΕΘ στην διοργάνωση της έκθεσης της Κομοτηνής. Η ΔΕΘ όμως δεν μπορεί να παραμένει αφέντης της έκθεσης. Έχει την τεχνογνωσία, έχει την ικανότητα να αυξάνει τους αριθμούς των επισκεπτών και των εκθετών, χωρίς να παρουσιάζει αναβαθμισμένα χαρακτηριστικά για την ίδια την διοργάνωση. Άλλο σχήμα πρέπει να αναλάβει την οργανωτική ευθύνη αλλά και την ευθύνη της προβολής, της προσέλκυσης εκθετών και επισκεπτών και να τα αναλάβει όλα αυτά, προφανώς σχεδόν …αφιλοκερδώς.
Τέλος, η μη τέλεση της έκθεσης στον καθιερωμένο χρόνο, στα τέλη Μαΐου και η διοργάνωση της, για φέτος, από 14 έως 17 Νοεμβρίου, ενδεχομένως να μας οδηγήσουν και σε συμπεράσματα που θα επαναπροσδιορίσουν τον χρόνο τέλεσης της.
Το παραπάνω εκθεσιακό μοντέλο εμφανίζεται ελκυστικό και ευέλικτο, αποτυπώνει τις ανάγκες και τις παραγωγικές δυνατότητες της περιοχής, βασίζεται δε κυρίως σε προϊόντα που δεν θα πάψουν ποτέ να πωλούνται, ακόμη και σε περίοδο κρίσης οικονομικής. Μπορεί να μειώσουμε τις ανάγκες, αλλά ποτέ δεν θα πάψουμε να τρώμε και να πίνουμε. Όπως ποτέ δεν θα πάψει να παράγει η αγροτική γη, η κτηνοτροφία και να μεταποιεί η βιοτεχνία-βιομηχανία.