Όταν αποκαλύφθηκαν οι ελληνικές παλινωδίες με την λίστα Λαγκάρντ καθυστερήσεις, ονόματα που έλλειπαν και γενικότερα η προσπάθεια να μείνουν όλα στο σκοτάδι, είχαμε ονομάσει την συγκεκριμένη λίστα «το άγιο δισκοπότηρο της νεοελληνικής ιστορίας», ακριβώς γιατί πάντα λέγαμε ότι οι πλούσιοι έλληνες ή τα λαμόγια, βγάζουν τα λεφτά τους στην πανέμορφη αυτή χώρα.
Πέρασαν μήνες, πέρασαν χρόνια από τότε που η Λαγκάρντ, ως υπουργός οικονομίας της Γαλλίας μας έστειλε την λίστα για να κάνουμε ότι και άλλα κράτη. Να πάρουμε πίσω ως κράτος, τα χρήματα που κάποιοι έκρυψαν από την εφορεία.
Έκτοτε, ακόμη περιμένουμε να ξεδιαλύνει το μυστήριο, να δούμε ποιοι είναι αθώοι και ποιοι ένοχοι φοροδιαφυγής, πόσα χρήματα θα βάλει στα ταμεία του το κράτος. Και όλο μας λένε, περιμένετε και θα δείτε και όλο περιμένουμε, αλλά τίποτα δεν βλέπουμε.
Μπορούν άραγε οι ελληνικές αρχές να ξεδιαλύνουν το μυστήριο; Αν θέλουν, προφανώς και μπορούν και μάλιστα όχι μόνο με ένα τρόπο. Ας δούμε τι αναφέρει σε σχετικό του σημείωμα στη Ναυτεμπορική ο συνάδελφος Νίκος Φραντζής, για να διαπιστώσουμε ότι αν θέλεις, πάντα υπάρχει τρόπος να πετύχεις, έστω και εν μέρει τον στόχο που θέλεις. Αν δεν θέλεις… Αναφέρει σχετικά το σημείωμα:
«Οι ελληνικές καταθέσεις στην Ελβετία έχουν πάρει εδώ και τέσσερα χρόνια τη μορφή του «μπαμπούλα που έχει κατασπαράξει τον εγχώριο πλούτο» και το φόβητρο αυτό το έχουν ανασύρει, κατά καιρούς, όσοι θέλησαν να επικαλύψουν τα εσωτερικά προβλήματα διακυβέρνησης των τελευταίων ετών.
Διότι η διαρροή κεφαλαίων έχει να κάνει, πάνω απ’ όλα, με την εμπιστοσύνη η οποία αναπτύσσεται ή καταστρέφεται από τις πολιτικές επιλογές που γίνονται κατά περίσταση.
Δεν είναι μυστικό ότι οι μεγαλύτερες εκροές καταθέσεων από τις ελληνικές τράπεζες σημειώθηκαν την περίοδο της κρίσης, σε περιόδους όπου η εμπιστοσύνη προς την ικανότητα της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας να αντιμετωπίσει με επιτυχία τα εσωτερικά προβλήματα είχε περιοριστεί στο ελάχιστο.
Στο ίδιο πλαίσιο, αυτό της αναζήτησης ορατών ενόχων, εντάσσεται και η χθεσινή συνάντηση του υπουργού Οικονομικών με την Ελβετίδα ομόλογό του με στόχο την εύρεση «όπλων» στον «εθνικό αγώνα» κατά της φοροδιαφυγής, είτε με τη μορφή της ανταλλαγής πληροφοριών είτε με τη φορολόγηση των ελληνικών καταθέσεων σε ελβετικές τράπεζες.
Εύλογα αναρωτιέται κανείς: όταν δεν μπορούν ή δεν επιθυμούν να ανταλλάξουν πληροφορίες φορολογικού περιεχόμενου ελληνικές υπηρεσίες ή υπουργεία, πόσο μπορούμε να ποντάρουμε σε μια συμφωνία με μια άλλη χώρα η οποία έχει κάθε συμφέρον να προστατέψει μια εθνική της -ιδιαίτερα κερδοφόρα- παραγωγή όπως αυτή των τραπεζικών υπηρεσιών;
Αν ψάχνουμε σε τραπεζικές καταθέσεις για προϊόντα παράνομων και αφορολόγητων δραστηριοτήτων γιατί δεν ξεκινάμε από τις ελληνικές τράπεζες και στη συνέχεια να τα αναζητήσουμε κάποιες χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τη χώρα μας;
Γιατί αναρωτιόμαστε ποιος μετέφερε τα αποθεματοποιημένα του κεφάλαια στη χώρα των ρολογιών και όχι πού, πώς και γιατί «χύθηκε ο ιδρώτας του» ώστε να σχηματισθεί η αποθεματοποίηση;
Θα πίστευε κανείς ότι θα έχουν σταματήσει τα επικοινωνιακά παιχνίδια σχετικά με τη σύλληψη της φοροδιαφυγής και θα είχαν δώσει τη θέση τους στις κινήσεις εκείνες οι οποίες είναι προφανές ότι θα καταλήξουν σε αποτέλεσμα, αλλά διαρκώς αποφεύγουμε να τις κάνουμε.
Η πληροφόρηση για το τι συμβαίνει στην αγορά υπάρχει ήδη καταγεγραμμένη στα δεδομένα που έχει στα χέρια της η δημόσια διοίκηση και μπορεί εύκολα να εμπλουτισθεί με επιπλέον υλικό.
Αυτό που έχει φανεί διαχρονικά ότι απουσιάζει είναι η πολιτική βούληση να αξιοποιηθούν αυτά τα δεδομένα. Δεν χρειάζεται να ψάχνουμε για «φούσκες» στην Ελβετία, η λύση είναι πολύ πιο κοντά μας».