Τέλος η κατηφόρα και το 2010 θα είμαστε στο επίπεδο προ της κρίσης; Αν είναι έτσι θα έπρεπε όλοι να βγούμε στους δρόμους και να πανηγυρίζουμε πιο πολύ από τότε που πήραμε το ευρωπαϊκό στην Πορτογαλία. Αντίθετα, όλοι αισθάνονται το «λίπος» να τελειώνει, καθώς πέρα από τους φόρους, δυσκολευόμαστε να αλλάξουμε τρόπο ζωής και συνεχίζουμε να ξοδεύουμε με την λογική, «όσο υπάρχουν λεφτά, μετά βλέπουμε…», ενώ και οι παππούδες άρχισαν να δυσκολεύονται να μοιράσουν την σύνταξη στα παιδιά και στα εγγόνια.
Η θέση της στήλης είναι πως ο κατήφορος δεν τελείωσε αφού εκτός από το να βάζουμε φόρους και να κόβουμε μισθούς-συντάξεις, ούτε απολύσεις πραγματικές έγιναν στο δημόσιο, ούτε οι κρίσιμες μεταρρυθμίσεις, για αυτό άλλωστε και η γλαφυρότατη τηλεοπτική διαφήμιση κινητής τηλεφωνίας, βγήκε και σάρωσε στις μικρές οθόνες.
Επειδή έχουμε μπροστά μας ένα ακόμα μνημόνιο ή όπως αλλιώς το πουν και επειδή τα προγράμματα του ΔΝΤ, που όμως στην ελληνική περίπτωση γράφονται από γερμανούς και με πολιτικούς όρους, διαρκούν τρία χρόνια, χρόνος εξόδου από την κρίση είναι σε τρία χρόνια, δηλαδή, στον πάτο θα φτάσουμε το 2018. Από εκεί και μετά, Πρέπει ν ανεργία να πέσει κοντά στο 10% και τα εισοδήματα να αυξηθούν, την ώρα που δεν φαίνεται πως θα παραχθεί νέος πλούτος στη χώρα μας. Άρα λοιπόν τι έγινε και άρχισε να βρέχει έκτακτα επιδόματα; Μια καλή ανάλυση δημοσιεύει η Ναυτεμπορική και αξίζει να την προσέξουμε, αν και οι τακτικοί αναγνώστες της στήλης «Βηματίζοντας», τα έχετε ήδη διαβάσει κατά καιρούς. Γράφει λοιπόν ο καλός συνάδελφος Νίκος Φραντζής:
«Προχθές, ο κ. Σαμαράς βρέθηκε στην ευχάριστη θέση να μας δώσει την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε κάτι που σχεδόν είχαμε ξεχάσει τα τελευταία τέσσερα χρόνια: Έναν Έλληνα πρωθυπουργό να ανακοινώνει παροχές και μάλιστα σε κρίσιμη περίοδο, λίγο πριν από μια διπλή εκλογική αναμέτρηση που θα μας βγάλει από την εικασία των δημοσκοπήσεων και θα μας εισάγει στην πραγματικότητα της κάλπης.
Το ερώτημα είναι ποια στάση θα μπορούσαμε να τηρήσουμε απέναντι σε αυτό το «τα καταφέραμε» που με εμφανές αίσθημα ανακούφισης εκστόμισε ο πρωθυπουργός μοιράζοντας 500 εκατ. σε οικονομικά ασθενείς και 1 δισ. + 350 εκατ. σε επιχειρήσεις;
Εδώ υπάρχει μια διπλή απάντηση που ορίζει και διαφορετικό τρόπο αντίδρασης.
Θα μπορούσαμε να συμμεριστούμε και εμείς την αίσθηση του τέλους μιας κακής εποχής που θέλησε να μεταδώσει ο πρωθυπουργός και να κινηθούμε στη σφαίρα της δημοσιονομικής επιτυχίας που δικαιώνει την ευρωπαϊκή περιοριστική πολιτική που ασκήθηκε.
Θα μπορούσαμε να κοιτάξουμε το μέλλον με πολύ περισσότερη αίσθηση ελευθερίας αναμένοντας να παρακολουθήσουμε την οριστική αποχώρηση της τριπλής ελεγκτικής ομάδας που κυριάρχησε στη ζωή της χώρας επιβάλλοντας την πολιτική αυτή.
Θα μπορούσαμε ακόμη και να περιμένουμε την ανάπτυξη να έρθει σύντομα να μας ξυπνήσει από τον τραχύ εφιάλτη της κρίσης και της βαθιάς ύφεσης που έχουμε βυθιστεί τα τελευταία χρόνια.
Η άλλη πλευρά, ωστόσο, του ιδίου νομίσματος περιλαμβάνει εξίσου έντονες εικόνες. Θα μπορούσαμε, αντ’ αυτών, να θυμηθούμε ότι το δημόσιο χρέος μας είναι τόσο απειλητικό όσο πριν από τέσσερα χρόνια.
Ότι απέχουμε από την ανάπτυξη γύρω στα 65 δισεκατομμύρια ευρώ, τόσο είναι το μέγεθος της αξίας των μέτρων που επιβλήθηκαν στην τετραετία του προγράμματος και αν θέλει να είναι κανείς πιο ακριβής, θα υπολογίσει μόνο τα 40 δισ. ευρώ, καθώς αυτά αντιστοιχούν στα εισπρακτικά μέτρα της τετραετίας, τα χρήματα που σχεδόν δήμευσε το κράτος από όσους δεν είχαν την ευχέρεια να κρυφτούν και θα συνεχίσει να το κάνει τα επόμενα χρόνια, διότι τα πλεονάσματα δεν τα επιτυγχάνουμε άπαξ, με στόχο να τα εκθέσουμε σε μουσείο, αλλά οφείλουμε να συνεχίσουμε να τα επιτυγχάνουμε και να τα αβγατίζουμε κάθε χρόνο.
Θα μπορούσαμε να βάλουμε στον απολογισμό μας τη διαπίστωση ότι ο εκσυγχρονισμός του κράτους δεν έχει, εσκεμμένα, προχωρήσει όσο θα έπρεπε για να αφήσει οριστικά πίσω του το χρεοκοπημένο και φαύλο παρελθόν του.
Και το σημαντικότερο, θα έπρεπε να μην πάψουμε να θυμόμαστε και τις περισσότερες από 1.000.000 θέσεις εργασίας που χάθηκαν στην τετραετία και ακόμη δεν φαίνεται ούτε καν στον ορίζοντα το πώς αυτές θα επιστρέψουν στην παραγωγική διαδικασία.
Οι δύο εικόνες υπάρχουν ταυτόχρονα στη χώρα και οφείλει κανείς να τις εντάξει και τις δύο στην αξιολόγηση της ημέρας».