Δηλαδή, αν απολυθούν φέτος 4.000 και του χρόνου 14.000, θα έχει γίνει αναδιάρθρωση στο Δημόσιο και θα έχουμε έναν καλό δημόσιο τομέα, ή θα βελτιωθούν τα δημοσιονομικά του κράτους; Προφανώς, τίποτα από αυτά δεν θα συμβεί, οπότε γιατί η τρόικα θέλει από την αρχή απολύσεις; Μα για να σπάσει τον τσαμπουκά ότι «αφού εδώ εργάζομαι δικιά μου είναι η υπηρεσία» και να καταρρίψει το ταμπού της μονιμότητας.
Επιπλέον, η τρόικα έχει και ένα άλλο στόχο, μεγαλύτερο και πολύ πιο σοβαρό για την συνέχεια. Να συγκροτηθεί έτσι ο Δημόσιος τομέας ώστε να είναι το κατά δύναμη ηθικός και αποτελεσματικός, για να καταπολεμήσει την διαφθορά στον ιδιωτικό τομέα και την διαπλοκή μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.
Τέσσερα χρόνια μετά, η ελληνική κυβέρνηση συνεχίζει στο στυλ των προκατόχων της, καθυστέρηση και την μπάλα στην κερκίδα, σε ότι αφορά στην συγκρότηση ενός άλλου δημόσιου τομέα. Το ίδιο κάνει και με το αίτημα για τις απολύσεις. Μόνο που εδώ, δεν είναι απλά …καθυστέρηση, είναι και ανικανότητα να βρεθούν 4.000 για να απολυθούν. Το γιατί το εξηγεί πολύ σωστά ο συνάδελφος Στέλλιος Ιωάννου στη «Ναυτεμπορική». Με τίτλο «Ας τους βρει κάποιος επιτέλους», σημειώνει:
«Τις απολύσεις του 2014 έβαλε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων η τρόικα, σε μια προσπάθεια άσκησης πίεσης στην ελληνική πλευρά στις διαπραγματεύσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη.
Πρόκειται για μια απαίτηση που έρχεται στο προσκήνιο κάπως πρόωρα, αλλά η οποία έχει όλα τα χαρακτηριστικά των προηγούμενων υποσχέσεων που δεν έγιναν ποτέ πράξη.
Αν δούμε ψυχρά τα δεδομένα, η ελληνική πλευρά έρχεται για μια ακόμη φορά να ζητήσει παράταση από τους δανειστές για την εφαρμογή των συμφωνημένων, χωρίς ακόμα να έχει ολοκληρώσει τα προηγούμενα.
Μπορεί να απομένει ενάμισης μήνας ακόμα για να κλείσει το κενό των 1.300 υπαλλήλων που θα συμπληρώσουν τη λίστα των 4.000 που θα πρέπει να απολυθούν από το Δημόσιο για το 2013, ωστόσο στον ορίζοντα δεν φαίνεται να υπάρχει πουθενά «φως» για εκπλήρωση της συγκεκριμένης υποχρέωσης.
Οι αξιολογήσεις στο ευρύτερο Δημόσιο φαίνεται να είναι παγωμένες εν όψει και των δημοτικών εκλογών, οι απολυμένοι της ΕΡΤ δεν προσμετρούνται στο νούμερο των αποχωρήσεων αν δεν ανοίξει η ΝΕΡΙΤ, οι συμβασιούχοι των οποίων οι προσφυγές εκκρεμούν δεν είναι βέβαιο ότι θα προσμετρηθούν τελικά και οι εργαζόμενοι των ΕΛΒΟ και ΕΑΣ δεν γίνονται αποδεκτοί από τους δανειστές για τη λίστα του 2013.
Ο μόνοι που σίγουρα θα μπουν είναι τελικά εκείνοι με πειθαρχικά παραπτώματα και από αυτούς όχι όλοι, καθώς εκκρεμούν ακόμα υποθέσεις.
Είναι δύσκολη η θέση του υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης Κυριάκου Μητσοτάκη, ο οποίος «κληρονόμησε» μια κατάσταση η οποία είχε στόχο την «προστασία» των δημοσίων υπαλλήλων.
Προσπάθησε να προχωρήσει σε κινήσεις ουσιαστικών αλλαγών, αυτή τη στιγμή ωστόσο βλέπει μπροστά του αφενός την αναγκαιότητα άμεσης αναδιάρθρωσης του Δημοσίου, αφετέρου το Δημόσιο αυτό να δηλώνει αδυναμία να λειτουργήσει με λιγότερο προσωπικό.
Σε όλο αυτό το «παιχνίδι» υπάρχει κι ένα σημαντικό πραγματικό κοινωνικό και πολιτικό κόστος, όμως το «κρυφτό» που φαίνεται να παίζει διαρκώς τα τελευταία χρόνια η ελληνική πλευρά με την τρόικα για το Δημόσιο, πότε με διάφορα τρικ (κινητικότητα-διαθεσιμότητα ή συνταξιοδοτήσεις), πότε με παρατάσεις, λόγω αδυναμίας εκπλήρωσης των υπεσχημένων, κάνει μεγάλο κακό στις προσπάθειες που γίνονται. Και δεν υπάρχει πλέον περιθώριο ούτε για άλλες θυσίες ούτε για άλλες προσπάθειες.
Στο Δημόσιο που όλοι γνωρίσαμε τόσα χρόνια και επί 600.000 σημερινών υπαλλήλων που απασχολεί δεν μπορεί να μην υπάρχουν 4.000 που δεν έκαναν όχι απλώς καλά τη δουλειά τους, αλλά καμία δουλειά. Ας τους βρει κάποιος επιτέλους. Για να σωθούν αυτοί που αξίζουν».
Εσείς τώρα τι λέτε, θα τους βρουν; Τους μένει λίγο περισσότερο από ένας μήνας, αν και το ζήτημα δεν είναι εκεί. Είναι ότι και οι ίδιοι οι υπάλληλοι δεν θέλουν να βρεθούν οι 4.000. Και ξέρεται γιατί…, όλοι, βλέπουν τον εαυτό τους μεταξύ των 4.000, τώρα, του χρόνου ή και αργότερα, καθώς ούτε την δική τους δουλειά δεν μπορούν να αυτοαξιολογήσουν.
Το «μαζί τα φάγαμε» του Πάγκαλου, βρίσκει εφαρμογή σε όλη την ελληνική κοινωνία σε κάθε της έκφανση. Αν και θα ήταν δικαιότερο, να είχε προσθέσει ο πρώην υπουργός, ότι κάποιοι έφαγαν λίγα και άλλοι με χρυσά κουτάλια.